τριγωνίζω

τριγωνίζω
μετ.
1) придавать треугольную форму; 2) делить на треугольники

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "τριγωνίζω" в других словарях:

  • τριγωνίζω — τριγώνισα, τριγωνίστηκα, τριγωνισμένος 1. δίνω σε κάτι τριγωνικό σχήμα: Τριγωνίζω το τετράγωνο. 2. διαιρώ μια έκταση σε τρίγωνα για να την καταμετρήσω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τριγωνίζω — ΝΑ [τρίγωνον] νεοελλ. 1. δίνω σε κάτι σχήμα τριγώνου 2. διαιρώ μια επιφάνεια σε τρίγωνα για καταμέτρηση αρχ. 1. πολλαπλασιάζω επί τρία, τριπλασιάζω («ταῦτα πεντάκις τριγωνισθέντα τὸν ἐκκείμενον ἀριθμὸν παρέσχεν;», Πλούτ.) 2. έχω σχήμα παραπλήσιο… …   Dictionary of Greek

  • τριγωνίζῃ — τριγωνίζω multiply by three pres subj mp 2nd sg τριγωνίζω multiply by three pres ind mp 2nd sg τριγωνίζω multiply by three pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριγωνίσει — τριγωνίζω multiply by three aor subj act 3rd sg (epic) τριγωνίζω multiply by three fut ind mid 2nd sg τριγωνίζω multiply by three fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριγωνίσῃ — τριγωνίζω multiply by three aor subj mid 2nd sg τριγωνίζω multiply by three aor subj act 3rd sg τριγωνίζω multiply by three fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριγωνιζόμενον — τριγωνίζω multiply by three pres part mp masc acc sg τριγωνίζω multiply by three pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριγωνισθέντα — τριγωνίζω multiply by three aor part pass neut nom/voc/acc pl τριγωνίζω multiply by three aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριγωνίζει — τριγωνίζω multiply by three pres ind mp 2nd sg τριγωνίζω multiply by three pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριγωνίζοντι — τριγωνίζω multiply by three pres part act masc/neut dat sg τριγωνίζω multiply by three pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριγωνίζουσι — τριγωνίζω multiply by three pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) τριγωνίζω multiply by three pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετριγωνίσθαι — τριγωνίζω multiply by three perf inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»